Ο Μίλτος Κουντουράς με τα μάτια του γιου του

Ο κήπος στο σχολείο του Μίλτου Κουντουρά.

Ο Μίλτος Κουντουράς με τα μάτια του γιου του

του Λίνου Κουντουρά

Οι πρώτες μου παιδικές αναμνήσεις αρχίζουν από την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής και την εποχή του Εμφυλίου.

 

Το σπίτι του Μίλτου Κουντουρά στη Νέα Χαλκηδόνα - Αθήνα.

Το σπίτι του Μίλτου Κουντουρά στη Νέα Χαλκηδόνα – Αθήνα.

 

Στο σπίτι μας τότε συγκεντρώνονταν τα βράδια πολλοί φίλοι που θέλαν να ξεφύγουν για μερικές ώρες από την τρέλα της ανασφαλούς εκείνης εποχής, να πιουν ένα καφέ από ρεβίθια (ο πραγματικός σπάνιζε και πουλιόταν σε επίπεδα επενδύσεων) και να κουβεντιάσουν την καθημερινότητα.

Ήταν ένα περιβάλλον φίλων, πρώην συνεργατών και γνωστών του Μίλτου Κουντουρά, που έκαναν παρέα και αντάμωναν τα βράδια στο πατρικό μου σπίτι.

Ο θάνατος του Μίλτου Κουντουρά ήταν ακόμα πρόσφατος και δεν αργούσε να αναφερθεί το όνομά του, οπότε άρχιζαν συζητήσεις για το έργο του και το τι θα έπρεπε να γίνει ή γινόταν αναφορές στην Ιερή Τριετία του Διδασκαλείου και στα βιώματα που είχαν οι περισσότεροι με τον προικισμένο Διευθυντή. Συζητήσεις που δεν σταμάτησαν μέχρι σήμερα.

 

Η Ολυμπία Κουντουρά με φίλους της οικογένειας. Καθισμένος μπροστά δεξιά, ο Λίνος Κουντουράς.

Η Ολυμπία Κουντουρά με φίλους της οικογένειας. Καθισμένος μπροστά δεξιά, ο Λίνος Κουντουράς.

 

Τα άκουγα όλα αυτά, στην αρχή πιο αδιάφορα, αργότερα πιο συνειδητά, όταν κάποιος με έπαιρνε κοντά του και μου έλεγε απλά “έλα να σου πω τι έκανε ο μπαμπάς σου”.

 

Ο Λίνος μικρός με τη δασκάλα του Διδασκαλείου Θηλέων Θεσσαλονίκης, Αλεξάνδρα Κεσσανλή, στη βεράντα του σπιτιού στη Νέα Χαλκηδόνα.

Ο Λίνος μικρός με τη δασκάλα του Διδασκαλείου Θηλέων Θεσσαλονίκης, Αλεξάνδρα Κεσσανλή, στη βεράντα του σπιτιού στη Νέα Χαλκηδόνα.

 

Μια τέτοια φίλη ήταν η παλιά συνεργάτης του στο Διδασκαλείο, η Αλεξάνδρα Κεσσανλή. Ήταν μια προικισμένη δασκάλα, που με υπομονή και γλαφυρότητα ήξερε να διηγείται σε παιδιά και να κερδίζει το ενδιαφέρον τους.

 

Ο Λίνος με τη μητέρα του, Ολυμπία Κουντουρά, "γράφει" στον "πίνακα" - στην πόρτα του γκαράζ, στο σπίτι της Νέας Χαλκηδόνας.

Ο Λίνος με τη μητέρα του, Ολυμπία Κουντουρά, «γράφει” στον «πίνακα” – στην πόρτα του γκαράζ, στο σπίτι της Νέας Χαλκηδόνας.

 

Στο σχολείο πήγα στην Γ’ Δημοτικού λόγω της πολιτικής ανωμαλίας που επικρατούσε. Ως τότε μάθημα μου έκανε η Κεσσανλή, και έτσι άρχισα να διαβάζω με τη μέθοδο Ντεκρολί, που είχε εφαρμοστεί στο Διδασκαλείο, ενώ σε εμάς οι συμμαθητές μου μάθαιναν να διαβάζουν με το …πι και άλφα πα, πα-πα-πα η πάπια.

Η Αλεξάνδρα Κεσσανλή ερχόταν συχνά, αλλά και κάθε Σαββατοκύριακο στο σπίτι μας και μου έλεγε διάφορες ιστορίες από τη ζωή στο Διδασκαλείο και την αντιμετώπιση της καθημερινότητας από τον Μίλτο Κουντουρά.

Έχοντας αυτές τις διηγήσεις στο μυαλό, δεν μπορούσα να μη συγκρίνω όσα είχα ακούσει με τη δική μου σχολική καθημερινότητα. Μια καθημερινότητα σε τάξεις των 120 παιδιών, όπου βασίλευε η αδιαφορία των καθηγητών, το ξύλο και η καταπίεση.

Αναρωτιόμουν αν θα ήξεραν για το Διδασκαλείο οι δάσκαλοί μου, και αν ναι, τι άραγε να πίστευαν για τις προσπάθειες του Μίλτου Κουντουρά.

Αναζητούσα το γιατί δεν ήταν και το δικό μου σχολείο σαν αυτό του Μίλτου Κουντουρά. Γιατί οι δικοί μου δάσκαλοι, στην αρχή, οι καθηγητές μου αργότερα, δεν πλησίαζαν έστω και λίγο τις αρχές και τα “πιστεύω” του.

Πολλά χρόνια μετά, όταν γραφόταν το βιβλίο Μίλτος Κουντουράς από τις μαθήτριες του Διδασκαλείου, έβλεπα στο σπίτι μας ή σε εκδηλώσεις τις “σεβαστές” πια μαθήτριες, που τόσο εξυμνούσαν τον δάσκαλό τους, και προσπαθούσα να ανακαλύψω πόσα από όσα τους δίδαξε ο Μίλτος Κουντουράς θέλησαν ή είχαν το θάρρος να υλοποιήσουν στη δική τους διδακτική καθημερινότητα.

Αργότερα βέβαια αναρωτιόμουν μήπως και ήταν υπεράνθρωπο αυτό που ο Μίλτος Κουντουράς ζητούσε από τις μαθήτριές του. Να ζουν δηλαδή το πρωί στο σχολείο μια εποχή που ούτε τα εγγόνια τους δεν θα βίωναν και να γυρίζουν το μεσημέρι στο μεσαίωνα του σπιτιού τους και της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, που μόλις λίγα χρόνια πριν είχε αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό. Ένα σοκ που, για να το ξεπεράσει κανείς σε καθημερινή βάση, απαιτεί ή μία απέλπιδα επανάσταση ή έναν τραγικό συμβιβασμό. Το ερώτημα αυτό, ποιο δηλαδή από τα δύο υπερίσχυσε στην κάθε μαθήτρια-δασκάλα, με απασχόλησε πολύ.

Προσπάθησα γι’ αυτό να μάθω για εκείνα τα χρόνια λίγο περισσότερα πράγματα από όσα ήξερα, από διηγήσεις της γιαγιάς μου ή από θείες μου.

Ο τουρκικός ζυγός είχε αποτιναχθεί λίγα χρόνια πριν. Παρ’ όλα αυτά οι επιδράσεις ήταν νωπές. Αρνητικές αλλά και θετικές. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να λέει πως οι Τούρκοι ήταν πάντα κύριοι και τηρούσαν με ευλάβεια τις προφορικές υποσχέσεις τους.

 

"Β' τάξη Προτύπου. Αποχαιρετώντας την τάξη μου". Αυτά γράφει ο Μ. Κουντουράς, ως λεζάντα στη φωτογραφία, που περιλαμβάνεται στο φωτογραφικό άλμπουμ του Κουντουρά, από το Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης.

«Β’ τάξη Προτύπου. Αποχαιρετώντας την τάξη μου”. Αυτά γράφει ο Μ. Κουντουράς, ως λεζάντα στη φωτογραφία, που περιλαμβάνεται στο φωτογραφικό άλμπουμ του Κουντουρά, από το Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης.

 

Η Θεσσαλονίκη ήταν μικρή τότε. Το Διδασκαλείο βρισκόταν σχεδόν στην άκρη της και λίγο πιο πέρα ήταν το τέρμα του τραμ, που περνούσε από την “Καμάρα” και διέσχιζε την πόλη παράλληλα με τη θάλασσα.

Τα παιδιά δεν έβγαιναν το βράδυ. Τα κορίτσια ούτε καν την ημέρα. Η μόνη επιτρεπτή έξοδος ήταν για το σχολείο, την Εκκλησία ή για επίσκεψη σε κάποιον συγγενή.

Στις επισκέψεις και τις εξόδους οι κοπέλες συνοδεύονταν πάντα από κάποια θεία ή μεγαλύτερης ηλικίας υπηρέτρια. Στα δικά τους δε τα σπίτια γινόταν πού και πού συγκεντρώσεις φίλων ή έπαιζαν χαρτιά. Αυτά στο σπίτι της μητέρας μου, που ήταν κάπως προοδευτικό, γιατί η γιαγιά μου είχε τελειώσει το οκτατάξιο γυμνάσιο, στις γαλλόφωνες Καλόγριες.

Άλλα παιδιά έπρεπε να μείνουν κλεισμένα σε ένα δωμάτιο και απολύτως σιωπηλά όταν έρχονταν επισκέπτες, γιατί δεν θεωρούνταν πρέπον να ακούνε τι έλεγαν οι μεγάλοι.

Σε άλλες οικογένειες, έλεγαν φίλοι μου ότι τους υποχρέωναν να ξαπλώνουν σιωπηλοί κάτω από το …κρεβάτι, όσο οι επισκέπτες ήταν στο σπίτι!

Έτσι οι γονείς έβλεπαν “με καλό μάτι” ότι τα παιδιά, σε αντίθεση με τα άλλα Γυμνάσια, έμεναν ως αργά στο σχολείο και δεν είχαν το νου τους σε “άλλα πράγματα”.

Έβλεπαν επίσης με ενδιαφέρον ότι τα παιδιά τους, παρ’ όλο που γύριζαν αργά στο σπίτι, συνέχιζαν να εργάζονται.

Υπήρχαν βέβαια και οι αντίθετες, συχνά κακοπροαίρετες κριτικές. Δικαιολογημένες ίσως στο κλίμα της τότε εποχής, ειδικά αν κάποιος δεν γνώριζε τις λεπτομέρειες, αλλά μόνο τις εξωτερικές φαινομενικές συνθήκες.

Μου διηγήθηκαν λοιπόν για μια κυρία, η οποία είχε προσκληθεί με τις κόρες της (που πήγαιναν σε άλλο σχολείο) σε μια εκδήλωση, όπου ενώπιον του τότε Υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου διαβάστηκαν ποιήματα, όπως του ποίημα του Παλαμά “Τα σχολειά κτίστε”.

Η κυρία αυτή μαζί με άλλους κατηγόρησαν τον Μίλτο Κουντουρά πως είχε ερωμένες τις 15χρονες μαθήτριες, επειδή πήγαινε πολλές ώρες στο σχολείο.

Όμως και τα παιδιά ήταν ευγνώμονα για την ολοήμερη λειτουργία του σχολείου του Μίλτου Κουντουρά, επειδή ήταν το μοναδικό που δεν τα καταπίεζε, αλλά τους πρόσφερε στόχους, τα κατεύθυνε σε ευχάριστες δραστηριότητες και τα απασχολούσε σε πράγματα που δεν θα έβρισκαν στο σπίτι τους, όπως διάφορα αναγνώσματα από την βιβλιοθήκη του Διδασκαλείου. Βιβλία όπως του Νίτσε, του Γκαίτε κ.τ.λ. δεν τα ήξερε καθόλου ο κόσμος της Θεσσαλονίκης, ούτε ο μορφωμένος.

Το Διδασκαλείο ήταν το μόνο σχολείο με λουλούδια και αποτελούσε φαινόμενο ότι τα λουλούδια ήταν έργο των παιδιών, ενώ σε άλλα σχολεία ό,τι και να υπήρχε, το κατέστρεφαν οι ίδιοι οι μαθητές.

 

Τα παιδιά της Αλεξάνδρας Κεσσανλή, 1929.

Τα παιδιά της Αλεξάνδρας Κεσσανλή, 1929.

 

Η θεία μου, μικρότερη αδελφή της μητέρας μου, όταν γύρισε την πρώτη σχολική της μέρα στο σπίτι, είπε στη γιαγιά μου: “δεν ξέρεις μαμά πόσο τυχερή ήμουν που πήγα σε αυτό το σχολείο! Εκεί κάνουν θαυμάσια πράγματα”.

 

1930, η Α' τάξη του Προτύπου με φόντο το Διδασκαλείο. Δασκάλα η Αλεξάνδρα Κεσσανλή.

1930, η Α’ τάξη του Προτύπου με φόντο το Διδασκαλείο. Δασκάλα η Αλεξάνδρα Κεσσανλή.

 

Όσα είναι γραμμένα με πλάγια γράμματα είναι εκφράσεις παιδιών της τότε εποχής, υπερηλίκων σήμερα. Εντυπωσιακό δε με πόσο ενθουσιασμό αρχίζουν να μιλάνε και δεν λένε να σταματήσουν, όταν αναφέρονται στο “Σχολείο”.

Τα πολύφωτα του σχολείου τα έκαναν οι ίδιες οι μαθήτριες από χάλκινα λαμάκια, όταν δε καλούσαν τους γονείς σε κάποια μουσική εκδήλωση, όπως τον “Ναμπούκο” του Βέρντι με τη σχολική χορωδία, ήταν για τους Θεσσαλονικιούς σα να πήγαιναν στη Σκάλα του Μιλάνου.

 

Η ορχήστρα και η χορωδία του Διδασκαλείου. Στη μέση ο καθηγητής μουσικής Ευάγγελος Καραηλίας.

Η ορχήστρα και η χορωδία του Διδασκαλείου. Στη μέση ο καθηγητής μουσικής Ευάγγελος Καραηλίας.

 

22 Μαϊου 1929. Το Γραμμόφωνο.

22 Μαϊου 1929. Το Γραμμόφωνο.

 

Η Θεσσαλονίκη εκείνη την εποχή ήταν πολύ πίσω. Στα καφενεία επικρατούσαν οι αμανέδες και ο αργιλές.

Τη νύχτα επειδή δεν υπήρχε ρεύμα ένας νυχτοφύλακας (ο πασβάντης) άναβε τα φανάρια στους μαχαλάδες.

Το νυχτοφύλακα τον πλήρωναν οι γείτονες κάθε Σάββατο και έπρεπε να χτυπάει στα σταυροδρόμια το μπαστούνι του, που είχε σιδερένια μύτη, τόσες φορές στο καλντερίμι, όσες οι ώρες. Ένδεκα φορές στις 11 το βράδυ κ.ο.κ. Αν δεν τον άκουγαν να χτυπάει, δεν τον πλήρωναν. Τα παιδιά πάλι, όσο ήταν μικρά, φοβόντουσαν πολύ που άκουγαν τη φωνή του μέσα στη νύχτα και δεν τολμούσαν να βγουν ούτε μέχρι τη θεία που έμενε δίπλα.

Μια μεγάλη διασκέδαση ήταν τα καλοκαιρινά θαλάσσια μπάνια. Η παραλία όπου πήγαιναν οι μαθήτριες βρισκόταν στο τέρμα του τραμ (όπου σήμερα είναι το λιμάνι και το τελωνείο), στο “Μπεκσινάρ”, και ήταν αποκλειστικά και μόνο για γυναίκες. Τα μαγιό τα έφτιαχνε η ράφτρα. Ήταν με μανίκια, κλειστά στο λαιμό και με φουστίτσα.

Οι κοπέλες πήγαιναν εκεί με το τραμ συνοδευόμενες πάντοτε από μία θεία, η δε μεγάλη απόδραση από τους κοινωνικούς περιορισμούς ήταν όταν μετά από συνωμοσία με τη θεία αγόραζαν ομαδικά παγωτό. Παρατυπία που αν διέρρεε, μπορούσε να επιφέρει την απαγόρευση για όλα τα λοιπά μπάνια της σεζόν.

Το μπάνιο γινόταν ως εξής : Υπήρχαν καμπίνες μέσα στη θάλασσα σε σχήμα “Π”, όπου τα κλειστά τοιχώματα έβλεπαν προς τα έξω, ο δε διάδρομος πρόσβασης στις καμπίνες έβλεπε προς το εσωτερικό του “Π”. Μέσα σε κάθε καμπίνα υπήρχαν σκαλάκια που κατέβαζαν κατευθείαν στη θάλασσα. Έτσι δεν έμεναν εκτεθειμένες οι νεαρές στα αναιδή βλέμματα ανδρών (που άλλωστε απαγορευόταν να πλησιάσουν στα γυναικεία λουτρά, αλλά “ο Θεός φυλάει τα έρημα”).

Πολύ προωθημένες κυρίες αποτολμούσαν μια εμφάνιση στους διαδρόμους στο εσωτερικό του “Π” για να τους δει λίγο ο ήλιος, αν και αυτές ήταν ξενόφερτες και αδιάντροπες συνήθειες, προερχόμενες από τα βόρεια της Ευρώπης, ενώ σε εμάς το κατάλευκο δέρμα αποτελούσε το ιδανικό κάθε γυναίκας, εξ ου και η μεγάλη χρήση ομπρέλας από μικρές και μεγάλες κυρίες.

Ένα καλοκαίρι το Διδασκαλείο διακινδύνευσε μια εκδρομή στην Αρετσού. Είναι η πιο κοντινή παραλία από την πλευρά της Χαλκιδικής. Τότε ελλείψει κατάλληλων δρόμων δεν υπήρχαν λεωφορεία, αλλά πήγαινε κανείς με το “βαποράκι”. Η εκδρομή εκείνη υπήρξε μια παταγώδης αποτυχία για το συντηρητικό κόσμο της Θεσσαλονίκης και μια αξέχαστη εμπειρία για τα παιδιά, που το διασκέδασαν με την ψυχή τους.

Η μαθήτρια διηγείται ότι λόγω ξαφνικής τρικυμίας δεν επέστρεψε το βαποράκι. Τότε τους μάντρωσαν σε ένα ημιτελές κτίριο, όπου έβαλαν πρόχειρες κουρτίνες σε πόρτες και παράθυρα. Ενημερώθηκαν οι Αρχές και την άλλη μέρα πρωί-πρωί πήγαν φορτηγά του στρατού για να τις επαναπατρίσουν.

 

Από σχολείο στη Γερμανία, που επισκέφθηκε ο Μίλτος Κουντουράς, κατά την παραμόνη του εκεί.

Από σχολείο στη Γερμανία, που επισκέφθηκε ο Μίλτος Κουντουράς, κατά την παραμόνη του εκεί.

 

Τέτοιες “τολμηρές” ενέργειες προκαλούσαν, όπως ήταν φυσικό, αρκετές αντιδράσεις στην άκρως συντηρητική κοινωνία της Θεσσαλονίκης.

Μια άλλη αιτία κριτικής πήγαζε από τη μεγάλη διαφορά στην άποψη του Μίλτου Κουντουρά στο θέμα της ενδυμασίας την ώρα της γυμναστικής.

Ο Μίλτος Κουντουράς είχε πρόσφατα τα βιώματα από την Ευρώπη, όπου επικρατούσε μια μεγάλη σχολική μεταρρυθμιστική περίοδος, με Μοντεσσόρι, Ντεκρολί και άλλους, κυρίως δε από τη Γερμανία, όπου επικρατούσε μία έξαρση της ομαδικότητας, η οποία προετοίμαζε ίσως την επικράτηση της χιτλερικής νοοτροπίας.

Έχοντας στο μυαλό του εικόνες από παιδιά μεικτών σχολείων που έκαναν ολόγυμνα τη γυμναστική τους, ο Μίλτος Κουντουράς θεώρησε αρκετά συντηρητικές τις φαρδιές και μακριές μαύρες φουφούλες. Όχι όμως και η κοινότητα της συμπρωτεύουσας, που θεώρησε άκρως σεξουαλική ακόμα και την εμφάνιση μαθητριών ενώπιον θεατών και μάλιστα ανδρών.

 

Γυμναστικές επιδείξεις στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης.

Γυμναστικές επιδείξεις στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης.

 

Γυμναστικές επιδείξεις στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης.

Γυμναστικές επιδείξεις στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης.

 

Μεταξύ σφύρας και άκμονος λοιπόν όχι μόνο ο Μίλτος Κουντουράς, αλλά και οι μαθήτριες. Έπρεπε κατά κάποιον τρόπο να παίρνουν θέση στις επιθέσεις και στην κριτική του σχολείου τους που υπεραγαπούσαν, χωρίς από την άλλη να προκαλούν τη μήνι πατεράδων, θείων και άλλων κοινωνικών ομάδων.

 

Ο κήπος στο σχολείο του Μίλτου Κουντουρά.

Ο κήπος στο σχολείο του Μίλτου Κουντουρά.

 

Πόσες από αυτές το κατάφεραν και πόσες μπόρεσαν να ξεφύγουν στην επαγγελματική τους καριέρα από το συντηρητισμό που τους επέβαλε η κοινωνία στην οποία διαμόρφωσαν το χαρακτήρα τους, για να αξιοποιήσουν το προοδευτικό πνεύμα του σχολείου όπου φοίτησαν, είναι κάτι που δεν κατόρθωσα να διευκρινίσω με βεβαιότητα.

 

 

Η εργασία του Λίνου Κουντουρά: «Ο Μίλτος Κουντουράς με τα μάτια του γιου του», παρουσιάστηκε κατά την τιμητική ημερίδα, την οποία διοργάνωσε το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΠΤΔΕ) και ο Σύλλογος Μεταπτυχιακών Φοιτητών του στις 29 Μαϊου 2002, στην αίθουσα «Ι. Δρακόπουλου» του κεντρικού κτηρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η ημερίδα είχε τίτλο: «Μίλτος Κουντουράς: Ένας οραματιστής παιδαγωγός και ανιδιοτελής δάσκαλος». Τα Πρακτικά της Ημερίδας εκδόθηκαν, ως τόμος, από το Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Επιμέλεια έκδοσης: Αθανάσιος Τριλιανός – Ιγνάτιος Καράμηνας, Εκδόσεις «Ατραπός», Αθήνα, 2003